Πυρανιχνευση

Ορισμός

 

Σύστημα πυρανίχνευσης

 Ένα σύγχρονο σύστημα πυροπροστασίας περιλαμβάνει απαραίτητα ένα επαρκές δίκτυο πυρανιχνευτών, που θα είναι κατάλληλοι για την κάθε περίπτωση και θα εξασφαλίζουν επαρκή αξιοπιστία. Η πυρανίχνευση (δηλαδή η διέγερση ενός κατάλληλου αισθητηρίου συστήματος), θα έχει σαν άμεσο αποτέλεσμα τη σήμανση (οπτική, ακουστική κ.λπ) και παράλληλα, αν υπάρχει σχετική εγκατάσταση, θα θέσει σε λειτουργία τον μηχανισμό κατασβέσεως.

  

 

         

Κεντρικός πίνακας πυρανίχνευσης και κατάσβεσης.  

 

 

 

Σύνθεση συστήματος
 Η πυρανίχνευση  βασίζεται σε ειδικούς ανιχνευτές (ιονισμού, θερμοκρασίας, φλόγας, ορατού καπνού ή θερμοδιαφορικούς) και τα κομβία (μπουτόν) που τοποθετημένα σε επίκαιρα σημεία θα επιτρέπουν τόσο την αυτόματη όσο και την ημιαυτόματη λειτουργία του συστήματος.
 Οι ανιχνευτές αυτοί και τα κομβία συναγερμού πυρκαγιάς, συνδέονται με ηλεκτρικούς αγωγούς με τα κέντρα ανιχνεύσεως. Τα κέντρα ανιχνεύσεως τοποθετούνται σε επιλεγμένα σημεία μετά από προσεκτική μελέτη του συγκεκριμένου κτιριακού συγκροτήματος ή των συγκροτημάτων.

 Οι ανιχνευτές πυρκαγιάς τοποθετούνται επί της οροφής του χώρου τον οποίο πρόκειται να προστατεύσουν. Σε χώρους, διαδρόμους, κ.λπ. όπου υπάρχουν ψευδοροφές μπορούν να τοποθετηθούν πάνω ή κάτω απ΄αυτές ανάλογα με την μελέτη.

 Οι ανιχνευτές μόλις αυτόματα διεγερθούν και τα κομβία μόλις πιεσθούν με το χέρι, επιτρέπουν στιγμιαία διέλευση ρεύματος.
Αυτό αναγγέλλεται στο «Κέντρο» σαν «συναγερμός», οπτικός και ακουστικός. Ο «συναγερμός» αυτός, τόσο ο οπτικός όσο και ο ακουστικός, μέσω τηλεφωνικών καλωδίων μπορεί να τηλεμεταδοθεί και σε άλλο πίνακα και μάλιστα στην Πυροσβεστική Υπηρεσία.

     

             

 

 

 

Πληκτρολόγιο LCD ενδείξεων και χειρισμού του συστήματος πυρανίχνευσης.

 

 

Επίτοιχο μπουτόν συναγερμού πυρκαϊάς  χειροκίνητης διέγερσης 

με διάφανη πλαστική πρόσοψη προστασίας, αντικαταστάσιμη.

 

 

 

Είδη πυρανιχνευτών

  Ένα από τα κύρια τμήματα μιας εγκαταστάσεως πυρανιχνεύσεως, είναι οι αυτόματοι πυρανιχνευτές, που συνήθως κατατάσσονται στις παρακάτω κατηγορίες:

 

Ανιχνευτές ιονισμού:

  Αντιδρούν στα ορατά και αόρατα προϊόντα της καύσεως. Κατά ένα τρόπο λειτουργούν όπως η μύτη μας, δηλαδή «μυρίζουν» τον καπνό. Οι ανιχνευτές ιονισμού έχουν ευρύτατες εφαρμογές, π.χ. μεγάλα καταστήματα, βιομηχανίες, ξενοδοχεία, νοσοκομεία, δημόσια κτίρια κ.λπ.

 

Ανιχνευτές μέγιστης Θερμοκρασίας:

  Αντιδρούν όταν η θερμοκρασία του αέρα ενός χώρου φθάσει ένα προκαθορισμένο σημείο (ανάλογα με τη χρήση) π.χ. 70°C. Οι δυνατότητες εφαρμογής τους είναι περιορισμένες. Για να φθάσει η θερμοκρασία σ'αυτό το ύψος, χρειάζεται συνήθως να προχωρήσει η διαδικασία της καύσεως. Χρησιμοποιούνται σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις. Μια πιθανή εφαρμογή τους είναι σε μηχανοστάσια κεντρικής θέρμανσης.

 

Ανιχνευτές Θερμοδιαφορικοί:

  Αντιδρούν όταν η θερμοκρασία μέσα σε προκαθορισμένα χρονικά όρια ανεβαίνει π.χ. 10°C. Και εδώ συναντούνται τα ίδιο μειονεκτήματα όπως στους ανιχνευτές μέγιστης θερμοκρασίας. Χρειάζεται δηλαδή φωτιά σχετικά μεγάλων διαστάσεων. Χρησιμοποιούνται μόνον εκεί που ένας ανιχνευτής ταχείας αντίδρασης δεν ενδείκνυται, για λόγους που σχετίζονται με τη χρήση του χώρου και τις συνθήκες λειτουργίας των εγκαταστάσεων. Οι θερμοδιαφορικοί ανιχνευτές χρησιμοποιούνται όμως συχνά σε συνδυασμό με ανιχνευτές ιονισμού, για να θέτουν σε λειτουργία αυτόματες εγκαταστάσεις κατασβέσεως.

 

Ανιχνευτές φλόγας

Ανιχνεύουν οπτικά τη φλόγα και αντιδρούν στη συχνότητα της διακύμανσης που παρουσιάζει. Χρησιμοποιούνται πάντα σε συνδυασμό με ανιχνευτές ιονισμού, ιδιαίτερα σε χώρους πολύ ψηλούς όπως υπόστεγα αεροπλάνων και μεγάλες αποθήκες. Σε χώρους ύψους 15 m, ο ανιχνευτής φλόγας μπορεί, ανάλογα με την ανάπτυξη της φωτιάς, να ενεργοποιηθεί πριν φθάσουν

στην οροφή αισθητές ποσότητες αερίων καύσεως.

 

Ανιχνευτές ορατού καπνού:

  Αντιδρούν όμοια με το ανθρώπινο μάτι, αλλά «αντιλαμβάνονται» μόνο ένα μικρό φάσμα του καπνού. Χρειάζεται καπνός έστω ανοικτού χρώματος, όμοιος με αυτόν που είναι ορατός από το ανθρώπινο μάτι.
Χρησιμοποιούνται για την προστασία ηλεκτρονικών εγκαταστάσεων και συσκευών, πάντα σε συνδυασμό με ανιχνευτές ιονισμού (π.χ. σε τηλεφωνικά κέντρα, σήραγγες καλωδίων, ηλεκτρονικούς υπολογιστές).
Πολύ σημαντικό είναι, όλοι οι τύποι ανιχνευτών που θα χρησιμοποιηθούν (ή μπορεί μελλοντικά να χρησιμοποιηθούν) σε μια εγκατάσταση πυροπροστασίας, να μπορούν να τοποθετηθούν στην ίδια βάση. Δηλαδή να είναι δυνατή η αλλαγή ενός ανιχνευτή με άλλον καταλληλότερο, χωρίς επέμβαση στην εγκατάσταση της πυρανίχνευσης μετά την ολοκλήρωση της, ή την πιθανή τροποποίηση της χρήσεως του χώρου, οπότε θα χρειαστεί προσαρμογή σε ενδεχόμενους νέους κινδύνους πυρκαγιάς.
Οι βάσεις των ανιχνευτών, ανάλογα με τον χώρο που τοποθετούνται, μπορεί να είναι απλές, ανθυγρές, εξωτερικές, χωνευτές, αντιεκρηκτικές κ.λπ.
Σε πολλές περιπτώσεις όταν στο κτίριο υπάρχουν «φύλακες», οι πυρανιχνευτές δίνουν ένα «πρώτο» περιορισμένης εκτάσεως συναγερμό. Οι «φύλακες» εντοπίζουν σε ειδικό πίνακα τη θέση και την αιτία του συναγερμού. Εφόσον διαπιστώσουν ότι η αιτία του συναγερμού είναι σοβαρή και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί άμεσα με πρόχειρα μέσα προχωρούν σε «γενικό συναγερμό» μέσω ειδικών κομβίων που βρίσκονται σε επίκαιρα σημεία του κτιρίου.

 

Ανιχνευτές εκρηκτικών αερίων:

  Σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, ατμοί και αέρια, ακόμη και σε πολύ μικρές ποσότητες μπορεί να προκαλέσουν εκρήξεις. Ατμοί ασετόν, π.χ. από περιεκτικότητα 2,5% στον αέρα, βενζίνης από 1,2-8%, ασετιλίνης (αέριο) από 1,2-82%, προπανίου από 2,1-9,5%, μονοξειδίου του άνθρακα από 2-74%μπορούν να οδηγήσουν σε έκρηξη. Για το λόγο αυτό, όπου υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθούν - με διαφυγή ή με άλλη αιτία - ατμοί και αέρια, που θα αποτελέσουν με τον ατμοσφαιρικό αέρα εκρηκτικά μίγματα, επιβάλλεται να χρησιμοποιείται σύστημα ανιχνεύσεως και αναγγελίας επικίνδυνων συγκεντρώσεων μιγμάτων εκρηκτικών αερίων, ώστε πριν αυτά τα μίγματα φτάσουν στην επικίνδυνη κρίσιμη αναλογία (LE.L), να σημαίνει συναγερμός και να λαμβάνονται τα
κατάλληλα μέτρα. Ανάλογα με την περίπτωση, ο συναγερμός μπορεί να έχει την ίδια μορφή που παίρνει και για την ανίχνευση της φωτιάς.

Όπου υπάρχει ενδεχόμενο να εμφανιστούν συγκεντρώσεις διαφόρων εκρηκτικών ή τοξικών αερίων, πρέπει να γίνεται αδιάκοπος και αποτελεσματικός αερισμός.
Ολόκληρη η ηλεκτρική εγκατάσταση τέτοιων χώρων, με τις καλωδιώσεις και τους ηλεκτροκινητήρες, πρέπει να ανταποκρίνεται απόλυτα στους όρους και τους κανόνες των αντιεκρηκτικών εγκαταστάσεων (αποφυγή σπινθήρων κατά την εκκίνηση και το σταμάτημα των συσκευών αερισμού κλπ.).

Επειδή οι διάφοροι ατμοί και τα μίγματα αερίων είναι άλλοτε ελαφρύτερα και άλλοτε βαρύτερα από τον ατμοσφαιρικό αέρα, δεν είναι πάντοτε αποτελεσματική και ασφαλής η οποιαδήποτε μέθοδος αερισμού. Όταν π.χ. έχουμε υδρογόνο, που είναι ελαφρύτερο από τον αέρα, οι εξαγωγές των συστημάτων εξαερισμού πρέπει να τοποθετούνται στο ψηλότερο σημείο του χώρου. Αντίθετα, στην περίπτωση ατμών βενζίνης, που οι ατμοί της είναι βαρύτεροι από τον αέρα, πρέπει να βρίσκονται τα ανοίγματα στο πιο χαμηλό σημείο του χώρου.
Σφάλματα ως προς τις εγκαταστάσεις αυτές έχουν πολύ συχνά καταστρεπτικά αποτελέσματα. Υπάρχουν παραδείγματα που δείχνουν πως από τέτοιες λανθασμένα υπολογισμένες εγκαταστάσεις, μπορεί να δημιουργηθούν ανθρώπινα θύματα, ακόμη και χωρίς να εκραγεί πυρκαγιά.

 

 

 

Πυρανιχνευτής ιονισμού

 

 

 

 

 

 


 Πυρανιχνευτής θερμοκρασίας, διέγερσης στους 85°C 

 

  

 

 

 

 

 

 

 

 Ανιχνευτής Θερμικός και Θερμοδιαφορικός, διέγερσης στους 65°C

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ανιχνευτής φλόγας

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Ανιχνευτής ορατού καπνού με επιβεβαίωση

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Ανιχνευτής εκρηκτικών αερίων

LNG/LPG CGD-542

 

 

 

  

 

 

 Φωτεινός επαναλήπτης 

 

 

 

Επιλογή πυρανιχνευτών:

 Όπως ήδη συνοπτικά παρουσιάστηκε, η διέγερση των πυρανιχνευτών
βασίζεται στην άνοδο της θερμοκρασίας (θερμικοί ανιχνευτές) ή την εμφάνιση φλόγας (ανιχνευτές φλόγας) ή την παρουσία αεριωδών προϊόντων της καύσεως (ανιχνευτές ορατού και λευκού καπνού), δηλαδή διεγείρονται με κάποιο από τα στοιχεία εκείνα, που γενικά φανερώνουν την ύπαρξη φωτιάς.
Το είδος του ανιχνευτή που θα χρησιμοποιηθεί εξαρτάται από τα υλικά και τα αντικείμενα του χώρου καθώς και το είδος της πυρκαγιάς που αναμένεται με λογική πιθανότητα. Αφετηρία λοιπόν της επιλογής αποτελούν το περιεχόμενο και η πιθανή χρήση των χώρων.
Η αναλυτική εξέταση της πιθανής πυρκαγιάς και των προϊόντων της, οδηγεί στο είδος των ανιχνευτών που θα χρησιμοποιηθούν. Αν π.χ. σ'ένα χώρο περιέχεται ξύλο ή χαρτί ή ύφασμα, σε περίπτωση πυρκαγιάς παράγονται αρχικά αεριώδη προϊόντα όπως CO, CO2, υδρογονάνθρακες κ.λπ., των οποίων η διάμετρος του μορίου είναι 0,001 και 0,002 μ (1 μ = 0,001 mm). Στα καυσαέρια θα περιλαμβάνονται και μόρια υλικών 0,001 και 10 μ (δηλαδή 10 και 1000 φορές μεγαλύτερα) που είναι εν μέρει ορατά (το 1/3 με μόρια μεγαλύτερα του 1 μ) και εν μέρει αόρατα (τα υπόλοιπα 2/3 με μόρια διαμέτρου 0,01 και 1 μ). Μετά από τα αέρια και τα καυσαέρια παρουσιάζονται οι φλόγες και αρχίζει να εμφανίζεται υψηλή θερμότητα.
Αν λοιπόν υπάρχει ανάγκη να επισημανθεί η πυρκαγιά από την πρώτη φάση, πρέπει να χρησιμοποιηθούν ανιχνευτές ιονισμού ή φλόγας. Πριν δοθεί εντολή αυτόματης λειτουργίας του πυροσβεστικού συστήματος κατακλυσμού (π.χ. CO2), επειδή θα προκύψουν δαπάνες και ζημίες, πρέπει να αφεθούν κάποια χρονικά περιθώρια κατά τα οποία ανθρώπινη επέμβαση ή άλλο γεγονός μπορεί
να ανακόψουν την καύση. Αν όχι, και υπάρχει κίνδυνος επέκτασης της πυρκαγιάς, πράγμα που διαπιστώνουν π.χ. ανιχνευτές θερμοκρασίας, δίδεται εντολή να λειτουργήσει το αυτόματο κατασβεστικό σύστημα.
Τα υγρά καύσιμα (βενζίνη, βενζόλη, πετρέλαιο, λάδια και λίπη γενικά) όταν καίγονται βγάζουν αεριώδη προϊόντα καύσεως, πολλά από τα οποία αναφλέγονται συγχρόνως και αναπτύσσουν θερμότητα (συχνά μεγαλύτερη από 10.000 kcal/kg), που ανεβάζει τη θερμοκρασία πάνω από 900° C.
Τα πλαστικά προϊόντα παράγουν αέρια καύσης, καθόλου ή λίγες φλόγες και πολύ λίγη θερμότητα, αφού έχουν θερμογόνο δύναμη κατώτερη των 2.000 kcal/kg.
Τα οινοπνευματώδη δημιουργούν φλόγα, και όχι αεριώδη προϊόντα καύσης (καπνό) και υψηλή θερμότητα.
Τα λιπάσματα γενικά παρουσιάζουν αεριώδη προϊόντα καύσης. Στη συνέχεια αναφλέγονται και αναπτύσσουν θερμότητα.
Εκτός από τα παραπάνω στοιχεία (που αναφέρθηκαν ενδεικτικά) και που πρέπει να ληφθούν υπόψη για να καθοριστεί ο τύπος του κατάλληλου ανιχνευτή, το σύστημα ανιχνεύσεως που θα εγκαταστήσουμε, πρέπει να είναι προϊόν ενός σοβαρού και δοκιμασμένου κατασκευαστικού οίκου. Μια εγκατάσταση πυρανιχνεύσεως πρέπει να λειτουργεί σωστά (με υψηλή αξιοπιστία) και, πρέπει να
περιορίζονται στο ελάχιστο οι τυχόν ψευδείς συναγερμοί, που οφείλονται δηλαδή σε διεγέρσεις διαφορετικές από εκείνες που προδίδουν την έναρξη μιας πυρκαγιάς. Ιδιαίτερα ευπαθείς στους ψευδείς συναγερμούς είναι οι ανιχνευτές φλόγας, γιατί διεγείρονται με υπεριώδη και υπέρυθρη ακτινοβολία, η οποία μπορεί να προσβάλλει τον ανιχνευτή με μια διακύμανση 5-30 Hz. Υπέρυθρες
ακτίνες, που εκπέμπονται μέσα στα όρια της παραπάνω συχνότητας, εξαπολύει και η αυξομείωση στην ένταση της φλόγας και έτσι μπορεί ν' ανιχνευθεί αυτή.
Για το λόγο αυτό, οι ανιχνευτές φλόγας πρέπει να χρησιμοποιούνται με μια σχετική επιφύλαξη, εξ αιτίας των ενδεχόμενων αναίτιων συναγερμών που μπορεί να προκαλέσουν.

 

 

 

 

 

Διαδικασία πυρανιχνεύσεως και σημάνσεως:

Μόλις ενεργοποιηθεί ο ανιχνευτής, ειδικά ηχητικά όργανα (σειρήνες, κουδούνια, κλάξον, βομβητές, μεγάφωνα) σημαίνουν συναγερμό. Για τις περιπτώσεις όμως που με την έναρξη της πυρκαγιάς μπορεί να προκληθούν μεγάλες καταστροφές, αν π.χ. πρόκειται για μια πολύ σοβαρή σε μέγεθος επιχείρηση είτε ένα εργοστάσιο που χρησιμοποιεί ή παράγει επικίνδυνες ύλες, καλό είναι να ειδοποιείται αυτόματα και η Πυροσβεστική Υπηρεσία και το Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής.

Αυτή η αυτόματη προειδοποίηση του αρμόδιου πυροσβεστικού σταθμού της περιοχής μπορεί να γίνει κατά δύο τρόπους:

α) Με αυτόματη κλίση από τον κεντρικό πίνακα του συστήματος ανιχνεύσεως, προς τον τηλεφωνικό αριθμό του πυροσβεστικού σταθμού, οπότε με μια μαγνητοφωνημένη ταινία αναγγέλλεται η φωτιά, και

β) με την χρήση αποκλειστικής γραμμής του ΟΤΕ που ενοικιάζεται από τον οργανισμό στους ενδιαφερόμενους. Το σήμα που δίδεται στην περίπτωση αυτή προς τον πυροσβεστικό σταθμό της περιοχής και το αστυνομικό τμήμα, είναι οπτικό (ανάβει μια λυχνία που φέρει το όνομα και τη διεύθυνση της επιχείρησης που έπιασε φωτιά) και ακουστικό (ηχούν ειδικά κουδούνια).

Ένα άλλο σύγχρονο σύστημα ειδοποιήσεως (σήμανση για την έναρξη πυρκαγιάς) βασίζεται σε εκπομπή υψίσυχνων κυμάτων. Σε κοινή τηλεφωνική γραμμή δίνεται ένα σήμα, σε υπέρηχη συχνότητα, που αφού περάσει από ειδικά φίλτρα διαβιβάζεται δια του τηλεφωνικού κέντρου στον παραλήπτη. Με μια κωδικοποιημένη διακύμανση μπορεί να ελέγχεται η συνέχεια της γραμμής, όπως επίσης ο πομπός και ο δέκτης.
Σε μερικές περιπτώσεις σημάνσεως υπάρχει δυνατότητα να γίνει διάκριση μεταξύ περιορισμένου και γενικού συναγερμού, εσωτερικού ή εξωτερικού.

Οι εγκαταστάσεις πυρανιχνεύσεως συνδυάζονται συνήθως με μια σειρά από «πρώτες ή άμεσες ενέργειες», όπως η ενεργοποίηση μόνιμων εγκαταστάσεων πυρόσβεσης, το άνοιγμα παραπετασμάτων καπνού, η μετακίνηση και τοποθέτηση πυροφραγμών, ο έλεγχος του αερισμού, το κλείσιμο των θυρών πυροπρο
στασίας, η διακοπή της λειτουργίας των ανελκυστήρων ή των κυλιομένων σκαλών (σε μεγάλα κτίρια) κ.α

 

 

 

 Αυτοτροφοδοτούμενη εξωτερικού χώρου σειρήνα με φωτεινές ενδείξεις.

 

 

 

Κεντρικοί πίνακες ελέγχου:


Οι κεντρικοί πίνακες μιας εγκαταστάσεως πυρανιχνεύσεως και πιθανόν το σύστημα ενεργοποιήσεως των αυτομάτων μονάδων κατασβέσεως περιλαμβάνουν:

• τη μονάδα παροχής ενέργειας του πίνακα, που συνδέεται με το ρεύμα πόλεως και δίνει στην εγκατάσταση το αναγκαίο ρεύμα με την κατάλληλη τάση,

• την μονάδα ελέγχου της τάσεως που περιοδικά ελέγχει την τάση ρεύματος της εγκαταστάσεως,

• την μονάδα της σημάνσεως που θέτει σε λειτουργία τα σχετικά όργανα σε περίπτωση συναγερμού ή βλάβης,

• τη μονάδα εφεδρικής τροφοδοσίας με ηλεκτρικό ρεύμα, που τροφοδοτεί την εγκατάσταση από συσσωρευτές (μπαταρίες) όταν διακοπεί το ρεύμα της πόλεως,

• τη μονάδα φορτίσεως των συσσωρευτών (μπαταριών), που φορτίζει τις μπαταρίες όταν επανέλθει το ρεύμα της πόλης και περιοδικά διοχετεύει το απαραίτητο ρεύμα για τη συντήρηση τους,

• τις μπαταρίες που πρέπει να εξασφαλίζουν με αυτονομία την εγκατάσταση για 24,48 κλπ. ώρες ανάλογα με τις συνθήκες, και τέλος

• τις μονάδες των ομάδων ανιχνεύσεως,

• αυτοματισμούς που πιθανόν εμποδίζουν τη διάδοση της φωτιάς ή θέτουν σε λειτουργία μηχανισμούς κατασβέσεως.

 

 

Επικοινωνία

Μεσολογγίου 22 Τριανδρία, Θεσ/νίκη
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
6945 380 398
2310 909 619

Υπεύθυνος Επικοινωνίας :         Πέτρος Αμπατζίδης

Βρείτε μας στο..